Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Το κορίτσι με το τατουάζ

Ταινίες για… σπίτι

Του Γιάννη Πλιώτα


Μετά τα βραβεία, έχει έρθει η ώρα για μια μικρή αποχή από τις μεγάλες αίθουσες. Να πάρουμε μερικές ανάσες μέχρι να ξεκινήσει το Μάιο η θερινή κινηματογραφική περίοδος, κατά την οποία αναμένουμε καταιγισμό blockbuster και σίκουελ. Όσες ταινίες είδα τις δύο τελευταίες εβδομάδες ήταν λίγο πιο παλιές και σε αυτές σας καλώ να ψάξετε να βρείτε την ταινία που σας ταιριάζει. Ξεκινάω με κάτι εξαιρετικό.

Το κορίτσι με το τατουάζ **** ½
Σκηνοθεσία: Niels Arden Oplev (2009)

Ναι, δεν μετράτε λάθος τα αστέρια δίπλα στον τίτλο. Είναι σχεδόν πέντε και νομίζω η συγκεκριμένη ταινία τα αξίζει. Προέρχεται από τη Σουηδία («Män som hatar kvinnor» ο πρωτότυπος τίτλος) και είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας «Millennium». Τον τίτλο θα τον έχετε ακουστά, η τριλογία των ταινιών είναι μεταφορά της πολύ γνωστής τριλογίας βιβλίου του Στιγκ Λάρσον, που πρόσφατα κυκλοφόρησε και στη χώρα μας (τα δύο πρώτα μέρη και σύντομα το τρίτο από τις εκδόσεις Ψυχογιός). Ο Στιγκ Λάρσον ήταν ένας δημοσιογράφος, που λίγο καιρό αφότου παρέδωσε στον εκδότη του μία τριλογία βιβλίων, πέθανε. Με την κυκλοφορία των βιβλίων του στη Σουηδία το αστέρι του εκτινάχθηκε και σύντομα τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, αποσπώντας εγκωμιαστικές κριτικές. Μπορώ να προσθέσω ότι όσοι φίλοι μου έχουν διαβάσει τα βιβλία, ενθουσιάστηκαν.
Στη Σουηδία (αντίθετα με ό,τι θα συνέβαινε στη χώρα μας) έσπευσαν να εκμεταλλευτούν το γεγονός και μετέφεραν τα βιβλία στον κινηματογράφο, και μάλιστα με εξίσου μεγάλη επιτυχία. Ειλικρινά το «Κορίτσι με το τατουάζ» είναι από τις καλύτερες αστυνομικές ταινίες μυστηρίου, που έχω δει τον τελευταίο καιρό, σας συστήνω ανεπιφύλακτα να την αναζητήσετε με κάθε τρόπο. Η ατμόσφαιρα που χτίζει ο σκηνοθέτης είναι υποβλητική, οι ερμηνείες πολύ δυνατές και από την αρχή της υπόθεσης θα έχετε παρασυρθεί κι εσείς στο παιχνίδι του να βρείτε ποιος το έκανε. Κλασικό whodunit, και με ανυπομονησία να περιμένω να δω τις δύο επόμενες ταινίες (αν και οι κριτικές λένε ότι βρίσκονται ένα σκαλί χαμηλότερα).
Σύμφωνα με την υπόθεση, ένας δημοσιογράφος-ερευνητής που έχει κατηγορηθεί για συκοφαντική δυσφήμηση από έναν επιχειρηματικό κολοσσό, αποφασίζει να παραιτηθεί από το περιοδικό όπου δούλευε (το Millennium) και να ασχοληθεί με μία παράξενη υπόθεση δολοφονίας, η οποία συνέβη πριν από σαράντα χρόνια. Δεν γνωρίζει, όμως ότι μία αλλόκοτη, αντικοινωνική κοπέλα παρακολουθεί τις κινήσεις του και αρχίζει μίας έρευνα μέσα στην έρευνά του.
Μία ακόμα πολύ καλή ταινία από τη Σουηδία, μετά το «Άσε το κακό να μπει». Το μόνο στενάχωρο είναι ότι ποτέ στην Ελλάδα δεν θα γυρίσουμε τέτοιου επιπέδου ταινίες. Μέσα στο 2011 αναμένεται να βγει στους κινηματογράφους και το αγγλόφωνο remake της ταινίας, γιατί στην Αμερική βαριούνται να διαβάζουν υπότιτλους και θέλουν οπωσδήποτε να χαλάνε την ατμόσφαιρα στις ταινίες βάζοντας καταιγιστικά εφέ και εκρήξεις, ώστε να αρέσει σε όλα τα δεκαπεντάχρονα.

Orphan ** ½
Σκηνοθεσία: Jaume Collet-Serra (2009)

Είχα υψηλότερες προσδοκίες για αυτό το θρίλερ, αλλά τελικά δεν κατάφερε να με κρατήσει μέχρι το τέλος. Έχει ορισμένα δυνατά σημεία, η κεντρική σεναριακή ιδέα είναι καλή, οι πρωταγωνιστές παίζουν πολύ καλά, αλλά στο σύνολο κάτι δεν πάει καλά με τη συνταγή. Ενώ στην αρχή χτίζεται μια στέρεα υπόθεση και αργότερα προσφέρει έξυπνες εικόνες και εναλλαγές άβολων συναισθημάτων, νομίζω ότι σε ορισμένα σημεία έχουν ξεφύγει μερικά πολύ τετριμμένα κλισέ, δηλαδή ενοχλητικές «αμερικανιές». Το «Orphan» δεν είναι ιδιαιτέρως τρομακτική ταινία και ειδικά μέχρι τη μέση βλέπεται σαν μια ωραία κοινωνική ταινία. Πρωταγωνιστεί η Βέρα Φερμίγκα που φέτος ήταν υποψήφια για όσκαρ για το «Up in the air» και πραγματικά η ερμηνεία της είναι το ισχυρότερο χαρτί του «Orphan». Στην υπόθεση, ένα ζευγάρι αποφασίζει να υιοθετήσει ένα ορφανό κοριτσάκι και προσπαθεί να το εντάξει στην οικογένεια, όπου ήδη υπάρχουν δύο παιδιά. Προφανώς το κοριτσάκι αποδεικνύεται λίγο περισσότερο σατανικό απ’ ό,τι περίμεναν.

Hairspray ***
Σκηνοθεσία: Adam Shankman (2007)

Το 1962 στη Βαλτιμόρη είναι η εποχή του χορού, της τηλεόρασης, των αστραφτερών χτενισμάτων και των φυλετικών διαχωρισμών. Αρκετά κλασική η ιστορία του «Hairspray», αλλά έχει αποδοθεί όμορφα· το «Hairspray» είναι ένα μιούζικαλ για όλες τις ηλικίες, αλλά τονίζω ότι είναι μιούζικαλ. Αν δηλαδή εκνευρίζεστε μόλις κάποιος αρχίζει να τραγουδάει στην ταινία, τότε δεν είναι για σας. Στην ταινία τραγουδάνε, χορεύουν και τραγουδάνε και χορεύουν και ξανατραγουδάνε και ξαναχορεύουν. Σε γενικές γραμμές βλέπεται πολύ ευχάριστα, ο Τζον Τραβόλτα είναι απολαυστικός στο ρόλο της μεσόκοπης νοικοκυράς, έχοντας στο πλάι του τον Κρίστοφερ Γουόκεν, τη Μισέλ Φάιφερ και την Κουίν Λατίφα. Η αναπαράσταση της εποχής είναι θεατρινίστικη και νομίζω αυτό ήταν και το ζητούμενο του σκηνοθέτη. Αν λοιπόν είστε σε διάθεση να χορέψετε στους ρυθμούς του πρώιμου ροκ εν ρολ και να ψεκάσετε τα μαλλιά σας με ατελείωτο σπρέι, τότε πατήστε το play!

Festen ***
(1998)

Η συγκεκριμένη ταινία είναι αρκετά παράξενη και ελπίζω να μας μην σας ξεγελάσει η βαθμολογία της, καλύτερα να διαβάστε προσεκτικά τα παρακάτω. Προέρχεται από Δανία, είχε ακουστεί αρκετά στον καιρό της και ανήκει στο περίφημο Δόγμα 95, που εισήγαγαν ο Λαρς Φον Τρίερ και μερικοί ακόμα σκηνοθέτες της γενιάς του. Οι ταινίες που ανήκουν στο Δόγμα χαρακτηρίζονται από στοιχεία σαν τα ακόλουθα: πρέπει να χρησιμοποιούνται φυσικές τοποθεσίες, να μην υπάρχει μουσική, ειδικά εφέ εικόνας ή ήχου, φωτισμοί, η κάμερα να μην είναι σταθερή, να μην υπάρχει υπογραφή σκηνοθέτη κλπ. Το «Festen» ακολουθεί πιστά τις επιταγές του Δόγματος, γεγονός που κάνει την εικόνα της να θυμίζει ερασιτεχνική παραγωγή.
Μια οικογένεια της υψηλής κοινωνίας συγκεντρώνεται σε ένα ξενοδοχείο-έπαυλη προκειμένου να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλια του πατέρα. Όμως κατά τη διάρκεια του δείπνου βγαίνουν στην επιφάνεια μυστικά και τα παιδιά της οικογένειας αποφασίζουν να λύσουν μεταξύ τους λογαριασμούς, οι οποίοι εκκρεμούν από πολλά χρόνια.
Η ταινία είναι καλή, αλλά η νατουραλιστική κινηματογράφησή της, σε συνδυασμό με το χαμηλών τόνων σενάριο (που σε ορισμένες στιγμές αγγίζει το σουρεαλιστικό), με κάνει να την προτείνω ή σε όσους έχουν περιέργεια να δουν κάτι εντελώς έξω από τις συνηθισμένες φόρμες ή σε όσους ασχολούνται με το πρακτικό και δημιουργικό κομμάτι του κινηματογράφου, ώστε να πάρουν ιδέες.

Yip Man ** ½
Σκηνοθεσία: Wilson Yip (2008)

Βάζω στοίχημα ότι σας έχει λείψει μια ταινία με γνήσιες κινέζικες γροθιές και κλωτσιές. Η συγκεκριμένη που προτείνω έρχεται εν μέρει να καλύψει το κενό. Αφηγείται την αληθινή ιστορία του Yip ενός ευκατάστατου εισοδηματία, που το μόνο που έκανε στη ζωή του ήταν να εξασκείται στο κουνγκ-φου. Πρόκειται για μια αποσπασματική βιογραφία του Yip, ο οποίος αργότερα έγινε δάσκαλος και του Μπρους Λι (σε περίοδο που δεν καλύπτει χρονικά η ταινία). Στηρίζεται σε μαρτυρίες και ιστορικά γεγονότα και εκτείνεται σε πέντε ταραγμένα χρόνια κατά τη δεκαετία του τριάντα. Το «Yip Man» είναι προϊόν Κίνας και ως εκ τούτου πρέπει να είστε προετοιμασμένοι για τις συνηθισμένες υπερβολές σε εκφράσεις και κινήσεις.
Οι σκηνές των μονομαχιών είναι πολύ καλές, αλλά λίγες μιας και το φιλμ επικεντρώνεται στην προσωπικότητα του Yip και στον πόλεμο μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας (λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ευρώπη). Κατά τη γνώμη μου, σε αυτό ακριβώς τον τομέα αποτυγχάνει σκηνοθετικά. Παρ’ ότι ένα μεγάλο κομμάτι της ταινίας αναλώνεται στο να απεικονίσει τα επακόλουθα της ιαπωνικής εισβολής, το κάνει με πολύ επιφανειακό και καρικατουρίστικο τρόπο, ενώ σε κανένα σημείο δεν πείθει η αναπαράσταση της εποχής. Αν σας ενδιαφέρει η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος, προτείνω να ανατρέξετε στην περσινή, ασπρόμαυρη ταινία «City of light and death», που έχει να κάνει με τη μεγαλύτερη σφαγή αμάχων κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π., δηλαδή για γεγονότα λίγο πολύ άγνωστα για εμάς. Πάντως το «Yip Man» δεν είναι άσχημη ταινία και αν παραβλέψετε τις ατέλειές του, δεν θα μετανιώσετε για την ώρα που ξοδέψατε. Αλλά πιστεύω στο ίδιο ακριβώς μοτίβο, θα ευχαριστηθείτε πολύ περισσότερο το «Fearless» με τον Τζετ Λι.

Αυτά για την ώρα. Είδα επίσης και τον «Ρατατούη» ένα μεσημέρι, αλλά δεν μου άρεσε τόσο όσο άλλα καρτούν της pixar. Θα έλεγα να προτιμήστε το «Wall-E» ή το «Up». Επίσης είδα και το «Brazil» του Τέρι Γκίλιαμ και ακόμα αναρωτιέμαι τι σκεφτόταν όταν το γύρισε. Δυστυχώς δεν πρόλαβα ακόμα να δω το «Shutter Island». Κάπως πρέπει να εφεύρω λίγο χρόνο.




* Ο Γιάννης Πλιώτας όταν γράφει κάθεται πάντα σε καρέκλα σκηνοθέτη

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Hurt Locker

Τέσσερις ταινίες για κινηματογραφικές βραδιές


Καλημέρα. Δεν βλέπω τη χώρα να προλαβαίνει το 2012. Σύντομα θα πούμε και καληνύχτα.
Πάμε σε τέσσερις ταινίες που είδα τις δεκαπέντε μέρες που μας πέρασαν, για να πάρετε ιδέες για τις δικές σας κινηματογραφικές βραδιές.

Hurt Locker ****
Η ταινία (φωτ.) άργησε να ακουστεί στη χώρα μας και παρ’ ότι υποψήφια για πλειάδα Όσκαρ, οι περισσότεροι την αγνοούσαν μέχρι πριν λίγες μέρες. Έχει να κάνει με τον πόλεμο στο Ιράκ και είναι η πρώτη ταινία με αυτό το θέμα, που καταφέρνει να φτάσει σε τόσο υψηλά ποιοτικά επίπεδα. Παρ’ ότι το θέμα του συγκεκριμένου αιματηρού πολέμου είναι ευαίσθητο και χωρά συζητήσεις επί συζητήσεων, η ταινία επιλέγει να απεικονίσει καθημερινά γεγονότα, όπως τα ζούνε οι απλοί στρατιώτες. Η ιστορία έχει να κάνει αυστηρά με τα άτομα ως μονάδες και δεν αγγίζει καθόλου ιδεολογίες ή πολιτική. Παρακολουθούμε τη ρουτίνα μιας ομάδας πυροτεχνουργών, που καθημερινά καλούνται να φέρουν σε πέρας θανατηφόρες αποστολές. Η Βαγδάτη είναι μια επικίνδυνη και διαλυμένη πόλη, ουσιαστικά ένα εχθρικό περιβάλλον για τους Αμερικάνους, οι οποίοι ελέγχουν στενά πολιορκούμενους θύλακες (σε αυτό το κομμάτι, ίσως φέρει αμυδρά στο νου σας το «Black Hawk Down»). Ο επικεφαλής πυροτεχνουργός είναι ένας μοναχικός καουμπόι που δεν τον νοιάζουν και πολλά πράγματα στη ζωή του, συμπεριλαμβανομένης και αυτής. Η σκηνοθέτρια Κάθριν Μπίγκελοου (ναι, σίγουρα το έχετε ακούσει το κουτσομπολιό, είναι η πρώην του Κάμερον μπλα μπλα) καταφέρνει να χτίσει μέσω της αργής δράσης μια πολύ έντονη ατμόσφαιρα, που έχει να κάνει φυσικά με την αγωνιώδη απενεργοποίηση των βομβών.
Το κεντρικό καστ αποτελείται από άγνωστους ηθοποιούς (πρωταγωνιστεί ο Τζέρεμι Ρένερ), αλλά θα δείτε σε σύντομες εμφανίσεις ηθοποιούς σαν τον Ραλφ Φάινς ή την Κέιτ από το Lost. Δεν θεωρώ το «Hurt Locker» αριστούργημα και δεν το βρήκα ανώτερο από τη «Λευκή Κορδέλα» του Χάνεκε (ίσως η καλύτερη ταινία που είδα μέσα στο 2010). Η ιστορία της ήταν αρκετά απλή και ορισμένους ίσως τους ξενίσει το επίπεδο τέλος. Αναμφίβολα, όμως είναι μία ταινία χαρακτήρων, που πρέπει να δείτε για να διαπιστώσετε ότι η Αμερική παράγει και εναλλακτικές ταινίες. Έχει βαθμολογία 8 στα 10 στο imdb.com, έπειτα από τις ψήφους 48 χιλιάδων χρηστών, ενώ πήρε και όλα τα BAFTA.

Σέρλοκ Χολμς ***
Από τις τέσσερις σημερινές ταινίες, αυτή φυσικά ακούστηκε περισσότερο στη χώρα μας και ακόμα παίζεται στους κινηματογράφους. Ο Βρετανός Γκάι Ρίτσι, σκηνοθέτης της «Αρπαχτής» και των «Δύο καπνισμένων καννών» (και του μέτριου «RocknRolla») πήρε ένα αρκετά μεγάλο budget και του παράγγειλαν να γυρίσει μία σύγχρονη εκδοχή του Σέρλοκ Χολμς. Αυτός αποφάσισε να διανθίσει τις περιπέτειες του ντετέκτιβ με αρκετό ξύλο (ο χαρακτήρας του Κόναν Ντόιλ ήταν άλλωστε πυγμάχος), πιστολίδι, εκρήξεις σε αργή κίνηση, κυνηγητά και δόσεις υπερφυσικού, αλά «Illuminati». Για να πετύχει καλύτερο αποτέλεσμα πήρε τον πολύ καλό Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ για να υποδυθεί έναν μισότρελο Σέρλοκ Χολμς και τον πολύ καλό Τζουν Λο για να υποδυθεί έναν ανερμάτιστο Γουότσον. Το αποτέλεσμα είναι ένα μείγμα εκρηκτικό και σίγουρα γοητευτικό για το μάτι. Σύμφωνα με το σενάριο, ο ορθολογιστής, φλεγματικός και υπερπαρατηρητικός Σέρλοκ καλείται να διαλευκάνει μία παράξενη περίπτωση πολιτικής συνωμοσίας, η οποία φαίνεται ότι έχει ενορχηστρωθεί από έναν άνθρωπο με δαιμονικές δυνάμεις.
Σε γενικές γραμμές ο Ρίτσι δεν τα πήγε άσχημα- το αντίθετο. Η ταινία είναι καλή, σίγουρα είναι αντάξια του εισιτηρίου και αφήνει υποσχέσεις για ένα ακόμα καλύτερο sequel (το 2011). Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι ένα πολύ δυνατό χαρτί, το ίδιο και η τσιτάτη σκηνοθετική ματιά του Ρίτσι, που παραδόξως την προσάρμοσε τέλεια στην εποχή της Βικτωριανής Αγγλίας. Επίσης σημαντικό προσόν και η μουσική του αγαπημένου Χανς Ζίμερ, που χάνει από τη συνηθισμένη επικότητά της για να δώσει βάρος στην εκκεντρική προσωπικότητα του Σέρλοκ. Η ταινία υστερεί σε δύο τομείς κατά τη γνώμη μου. Παρ’ ότι είναι πλούσια παραγωγή, σε ορισμένες σκηνές δεν καταφέρνει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Τα ειδικά εφέ κυρίως στα πλάνα που δείχνουν πανοραμικές απόψεις του Λονδίνου, χωλαίνουν. Αλλά πέρα από τα τεχνικά, σημαντικότερο είναι νομίζω τα προβλήματα στο σενάριο, που πολλές φορές καταφεύγει σε εύκολα κλισέ. Δεν θα γράψω παραπάνω για να μη σας χαλάσω το τέλος, όμως πολλές φορές η ταινία μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να μιμηθεί την πολυπλοκότητα των ιστοριών του Νόλαν (βλ. «Prestige»). Πάντως να το δείτε. Στο imdb έχει 7,6 στα 10, σε 59 χιλιάδες ψήφους.

Un Prophet ****
Γαλλικό, υποψήφιο για Όσκαρ και αν θυμάμαι καλά είχε πάρει τον περσινό Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, ανάμεσα σε πολλές άλλες φεστιβαλικές διακρίσεις. Σε Γαλλία και Αγγλία πήγε πολύ καλά εισπρακτικά και όχι άδικα: είναι μια πολύ καλή ταινία. Έχουμε μια διαφορετική εικόνα των φυλακών και εννοώ διαφορετική από αυτή που δίνουν συνήθως οι αμερικάνικες ταινίες. Ένας νεαρός Αραβο-Γάλλος προωθείται από ένα σωφρονιστικό ίδρυμα ανηλίκων σε μία φυλακή, όπου μεταξύ άλλων κρατούνται και πολλοί επικίνδυνοι Κορσικανοί εγκληματίες. Χωρίς να έχει επιλογή μπλέκει στο κύκλωμά τους και τον εκβιάζουν να διαπράξει μια δολοφονία για λογαριασμό τους.
Ο «Προφήτης» θέλει λίγη υπομονή, αλλά στο σύνολο είναι μια ταινία για όλο το κοινό (εκτός από παιδιά, μην πάτε κάνα πιτσιρίκι να τη δει, θα αποκτήσει ψυχολογικά προβλήματα). Ειδικά στο ότι είναι πιο εύκολα προσεγγίσιμη απ’ το κοινό των multiplex, την κάνει να υπερτερεί σε σχέση με ταινίες που τα περασμένα χρόνια είχαν βραβευτεί στις Κάννες («Ανάμεσα στους τοίχους», «4 μήνες, 3 εβδομάδες, 2 μέρες»- πολύ καλές ταινίες βέβαια και οι δύο, αλλά ειδικού βάρους).
Έχει 8,2 στο imdb και αν τη δείτε και σας αρέσει, ρίξτε μια ματιά και στο «Felon». Τελικά η μόνη άσχημη γεύση που μου έμεινε μετά τους τίτλους τέλους του «Un Prophet», είναι επειδή αναρωτιέμαι για το αν θα μπορέσει ποτέ και μια ελληνική ταινία να πλησιάσει το επίπεδο της. Το budget της σίγουρα δεν είναι τεράστιο, ο σκηνοθέτης Ζακ Οντιάρντ δεν είναι κινηματογραφική ευφυΐα κι ούτε το σενάριο συνταρακτικό. Εμείς γιατί όχι;
Και φυσικά η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Εμείς όχι, γιατί εμείς «I love Karditsa». Πάμε παρακάτω.

Law Abiding Citizen *
Η τελευταία ταινία για την οποία γράφω δεν μου άρεσε. Ακούστηκε αρκετά, παίζει και ο Τζεράρντ Μπάτλερ (σε ρόλο, όμως που ελάχιστα του ταιριάζει) και σκηνοθετεί ο Γκάρυ Γκρέι. Είναι ένα μείγμα δικαστικού δράματος και αλλεπάλληλων mastermind εγκληματικών ενεργειών, που πραγματοποιεί ένας έγκλειστος σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Κάπου πάει να κάνει και μια καταγγελία για το δικαστικό σύστημα των Η.Π.Α., αλλά κι αυτό το αφήνει παντελώς ανολοκλήρωτο. Το σενάριο είχε ελάχιστες καλές εκλάμψεις και σε πολλά σημεία με άφησε με στόμα ανοιχτό εξαιτίας της απλοϊκότητάς του. Επιπλέον η σκηνοθεσία και το μοντάζ νομίζω αποτύγχαναν σε πολλά σημεία. Συνολικά ήταν μια μέτρια περιπέτεια, από αυτές που χαρακτηρίζουμε κλασικές αμερικανιές. Ίσως αν την είχα δει στα μέσα της δεκαετίας του ’90 να μου είχε κάνει εντύπωση, αλλά έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και η δράση έχει οριοθετηθεί σε εντελώς διαφορετική πλαίσια. Αν διψάτε για κλισέ ρίξτε του μια ματιά, αλλά δεν νομίζω ότι αξίζει. Στη θέση του προτιμήστε να νοικιάσετε (γκουχ, γκουχ) το πολύ καλό «Taken» με τον Λίαμ Νίσον, το «Casino Royal» ή οποιοδήποτε από τα «Bourne».

Αυτά τα λίγα για σήμερα. Έχω μαζέψει πολλές γνώμες φίλων ότι το «Shutter Island» («Νησί των Καταραμένων» ο αναιμικός ελληνικός τίτλος, που παραπέμπει σε πειρατές της Καραϊβικής) είναι εξαιρετικό. Σίγουρα η επόμενη ταινία που θα δω.